Μετάφραση του "sarment" σε Ελληνικά
Το αμπέλου είναι η μετάφραση του "sarment" σε Ελληνικά.
sarment
noun
masculine
γραμματική
-
αμπέλου
nounb) greffés-soudés: fractions de sarments ou de rameaux herbacés de vigne, assemblées entre elles par greffage, dont la partie souterraine est racinée.
β) εμβολιασμένα έρριζα: τμήματα κληματίδων ή χλωρών βλαστών αμπέλου, ενωμένα μεταξύ τους με εμβολιασμό, των οποίων το υπόγειο τμήμα είναι έρριζο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sarment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη