Μετάφραση του "sarment" σε Ελληνικά

Το αμπέλου είναι η μετάφραση του "sarment" σε Ελληνικά.

sarment noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμπέλου

    noun

    b) greffés-soudés: fractions de sarments ou de rameaux herbacés de vigne, assemblées entre elles par greffage, dont la partie souterraine est racinée.

    β) εμβολιασμένα έρριζα: τμήματα κληματίδων ή χλωρών βλαστών αμπέλου, ενωμένα μεταξύ τους με εμβολιασμό, των οποίων το υπόγειο τμήμα είναι έρριζο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sarment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sarment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη