Μετάφραση του "sarin" σε Ελληνικά
Το Σαρίν είναι η μετάφραση του "sarin" σε Ελληνικά.
sarin
noun
masculine
γραμματική
Substance incolore et inodore de formule chimique [(CH3)2CHO]CH3P(O)F et qui est toxique pour les hommes et les animaux.
-
Σαρίν
composé chimique
On sait que c'est le sarin que vous lui avez donné qui l'a tué.
Και οι δυο μας ξέρουμε ότι αυτό που τον σκότωσε ήταν το Σαρίν που του έδωσες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sarin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sarin"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη