Μετάφραση του "serrer" σε Ελληνικά

Οι σφίγγω, σφίξιμο, ζουλάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "serrer" σε Ελληνικά.

serrer verb γραμματική

Exercer une pression sur une ou plusieurs faces de quelque chose. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφίγγω

    verb

    Renfermer, ranger, mettre en lieu sûr, à l’abri. ''(Sens général).'' [..]

    Excuse-moi de ne pas te serrer la main.

    Kαι συγνώμη που δεν σου σφίγγω το χέρι.

  • σφίξιμο

    noun

    Pour ces PDG, pas question de se serrer la ceinture

    Το σφίξιμο της ζώνης, κατά τα φαινόμενα, δεν ισχύει για εκείνους

  • ζουλάω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρατώ
    • αγκαλιάζω
    • αγκάλιασμα
    • θλίβω
    • αδράχνω
    • γραπώνω
    • ἔχω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " serrer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "serrer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "serrer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη