Μετάφραση του "serrure" σε Ελληνικά

Οι κλειδαριά, λουκέτο, κλειδωνιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "serrure" σε Ελληνικά.

serrure noun feminine γραμματική

Quelquechose utilisé à des fins de fermeture, qui ne peut être ouvert qu'avec une clé ou une combinaison.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλειδαριά

    noun feminine

    Donne-moi la clé de cette serrure !

    Δώσε μου το κλειδί για αυτή τη κλειδαριά!

  • λουκέτο

    noun neuter

    Je vais défoncer la serrure, toi tu l'aides avec le tireur.

    Θα σπάσω το λουκέτο της πόρτας. Εσύ βοήθα με τον οπλισμένο.

  • κλειδωνιά

    noun

    Le crochet est intact, mais la serrure a été trafiquée.

    Άθικτη η κλειδωνιά μα ο αφαλός πειράχτηκε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπούκλα
    • σφιχταγκαλιάζω
    • κλειδαριά με λουκέτο
    • πύλη ελέγχου ροής
    • πύλη καναλιού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " serrure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "serrure"

Φράσεις παρόμοιες με "serrure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "serrure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη