Μετάφραση του "surplus" σε Ελληνικά

Οι πλεόνασμα, περίσσεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surplus" σε Ελληνικά.

surplus noun masculine γραμματική

Quelque chose rajouté, notamment pour remédier à une déficience. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλεόνασμα

    neuter

    On peut revendre le surplus afin de compenser vos pertes.

    Μπορούμε να δεχτούμε το πλεόνασμα και να τους μεταπωλήσουμε μεμονωμένα για την απόσβεση των ζημιών μας.

  • περίσσεμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surplus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surplus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη