Μετάφραση του "surpoids" σε Ελληνικά
Το υπέρβαρος είναι η μετάφραση του "surpoids" σε Ελληνικά.
surpoids
noun
masculine
γραμματική
excès de masse corporelle
-
υπέρβαρος
adjective masculineJe ne suis pas diabétique juste parce que je suis en surpoids.
Το ότι είμαι υπέρβαρος, δε με κάνει και διαβητικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " surpoids " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "surpoids"
Φράσεις παρόμοιες με "surpoids" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπέρβαρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη