Μετάφραση του "ventes" σε Ελληνικά
Οι πωλήσεις, Πωλήσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ventes" σε Ελληνικά.
ventes
noun
γραμματική
Section d'une entreprise qui s'occupe de vendre les produits de cette entreprise aux clients.
-
πωλήσεις
verb nounUn producteur peut disposer d'un ou de deux quotas individuels, respectivement pour la livraison et la vente directe.
Ένας παραγωγός μπορεί να διαθέτει μία ή δύο ατομικές ποσοστώσεις, μία για παραδόσεις και μία για απευθείας πωλήσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ventes " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ventes
-
Πωλήσεις
Un producteur peut disposer d'un ou de deux quotas individuels, respectivement pour la livraison et la vente directe.
Ένας παραγωγός μπορεί να διαθέτει μία ή δύο ατομικές ποσοστώσεις, μία για παραδόσεις και μία για απευθείας πωλήσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "ventes" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόβλεψη πωλήσεων
-
λιανική πώληση
-
όριο έγκρισης ποσού πώλησης
-
πώληση εξ αποστάσεως
-
άμεση πώληση
-
στάδιο πώλησης
-
προσωπικό πωλήσεων · υπεύθυνοι πωλήσεων
-
Διευθυντής διαδικασίας πωλήσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη