Μετάφραση του "Ispit" σε Ελληνικά
Οι δοκιμή, εξετάσεις, διαγώνισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ispit" σε Ελληνικά.
Ispit
-
δοκιμή
nounIspit praktične osposobljenosti znači ispit praktične osposobljenosti u svrhu stjecanje dozvole ili ovlaštenja uključujući i usmeno ispitivanje ako ispitivač to smatra potrebnim.
«δοκιμή επιδεξιότητας», η απόδειξη επιδεξιότητας για την έκδοση πτυχίου ή ικανότητας και η οποία περιλαμβάνει προφορική εξέταση η οποία μπορεί να απαιτηθεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ispit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
ispit
-
εξετάσεις
Već je jako nervozan što se ne spremaš za ispite.
Είναι ταραγμένος που δεν διαβάζεις για τις εξετάσεις.
-
διαγώνισμα
noun neuterStvar je u tome da danas popodne imam ispit.
Το θέμα είναι ότι έχω ένα διαγώνισμα σήμερα το απόγευμα.
Φράσεις παρόμοιες με "Ispit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμμετοχή στις εξετάσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη