Μετάφραση του "ispitivanje" σε Ελληνικά

Οι έρευνα, ανάκριση, διερεύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ispitivanje" σε Ελληνικά.

ispitivanje
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρευνα

    noun feminine

    Nakon dodatnog ispitivanja, poboljšala se suradnja između uvoznika i prerađivača.

    Πραγματοποιήθηκε περαιτέρω έρευνα και ορισμένοι εισαγωγείς και μεταποιητές προσέφεραν τη συνεργασία τους.

  • ανάκριση

    noun feminine

    Pod ovim okolnostima, smatram da je najbolje da ja vodim ovo ispitivanje.

    Υπό αυτές τις συνθήκες, νομίζω πως καλύτερα ν'αναλάβω εγώ την ανάκριση.

  • διερεύνηση

    noun feminine

    Prema tužiteljima, isto se odnosi na ispitivanje koordiniranog trgovanja.

    Κατά τις προσφεύγουσες, το ίδιο ισχύει και για τη διερεύνηση των εναρμονισμένων συναλλαγών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακρόαση
    • δίκη
    • πραγματογνωμοσύνη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ispitivanje " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ispitivanje" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ispitivanje" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη