Μετάφραση του "ispravljati" σε Ελληνικά

Οι διορθώνω, αποκαθιστώ, επανορθώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ispravljati" σε Ελληνικά.

ispravljati
+ Προσθήκη

Κροατικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορθώνω

    verb

    Vrijeme je da počnem da ispravljam svoje greške.

    Νομίζω ότι είναι ώρα να αρχίζω να διορθώνω μερικά από τα λάθη που έχω κάνει.

  • αποκαθιστώ

    verb

    Ako bilo koja od usluga putovanja nije izvršena u skladu s ugovorom o putovanju u paket aranžmanu, organizator ispravlja tu nesukladnost osim ako to:

    Εάν κάποια από τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες δεν εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση οργανωμένου ταξιδιού, ο διοργανωτής υποχρεούται να αποκαταστήσει την έλλειψη συμμόρφωσης, εκτός εάν αυτό:

  • επανορθώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επισκευάζω
    • ισιώνω
    • ομαλοποιώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ispravljati " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ispravljati" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη