Μετάφραση του "isprazniti" σε Ελληνικά
Οι αδειάζω, εκκενώσει, εξαντλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isprazniti" σε Ελληνικά.
isprazniti
-
αδειάζω
verbTrebao sam se sjetiti da ispraznim oružje prije nego što ga objesim na zid.
Πάντα αδειάζω ένα όπλο, πριν το κρεμάσω στον τοίχο.
-
εκκενώσει
Navedemo vatrogasce da nju isprazne, provalimo i nestanemo u gomili.
Καλούμε την πυροσβεστική να εκκενώσει αυτό, κάνουμε την διάρρηξη και μετά χανόμαστε στο πλήθος.
-
εξαντλώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταναλίσκω
- μειώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " isprazniti " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "isprazniti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδειάζω · ξεφουσκώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη