Μετάφραση του "bot" σε Ελληνικά

Οι μπότα, βάρκα, λέμβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bot" σε Ελληνικά.

bot
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • μπότα

    noun feminine

    bot merah akan dengan kejamnya dipotong oleh pisau lipatku!

    Είναι μία κόκκινη μπότα, που πρόκειται να καταστραφεί με τον σουγιά μου.

  • βάρκα

    noun feminine
  • λέμβος

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κλοτσιά · λάκτισμα · μπότα
  • Διαδικτυακό ρομπότ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη