Μετάφραση του "urus" σε Ελληνικά
Οι διοικώ, δοσοληψία, επιβλέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "urus" σε Ελληνικά.
urus
verb
γραμματική
-
διοικώ
verb -
δοσοληψία
noun feminineMurid-murid dibesarkan dalam agama Yahudi dan lingkungan yang menekankan kedudukan dan pangkat dalam semua urusan.
Η Ιουδαϊκή θρησκεία, με την οποία μεγάλωσαν οι μαθητές, τόνιζε σε κάθε δοσοληψία το ζήτημα της θέσης και της τάξης.
-
επιβλέπω
verbAku yang merayakan pestanya, jadi aku yang akan mengurusnya.
Εγώ επιβλέπω το πάρτι, οπότε θα το φροντίσω εγώ.
-
συναλλαγή
noun feminineDia mengijinkan orang kepercayaannya untuk mengurus hampir semua transaksi.
Επέτρεπε σε μια μικρή ομάδα έμπιστων υπασπιστών να επιβλέπουν σχεδόν κάθε συναλλαγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " urus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "urus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · δίνω · διαχειρίζομαι · διενεργώ · διεξάγω · διευθύνω · επιβλέπω · κανονίζω · καταφέρνω · κατορθώνω · κρατάω · κρατώ · παρέχω · προσχεδιάζω · ρυθμίζω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · χειρίζομαι · χορηγώ
-
διαχειριστής · διευθυντής · διοικητής · επιτηρητής · μάνατζερ
-
αδυνατίζω · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · διευθύνω · είμαι επικεφαλής · επιβλέπω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω
-
καταστατικός δημόσιος φορέας
-
διαχείριση · διεύθυνση · διοίκηση · ετοιμασία · οργάνωση · προετοιμασία · προπαρασκευή · σχεδιασμός · φαρμακευτικό μείγμα
-
γειτονεύω
-
αγγαρεία · απασχόληση · δοσοληψία · δουλειά · επάγγελμα · εργασία · θέμα · μονάδα · ραντεβού · συναλλαγή · υπόθεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη