Μετάφραση του "urusan" σε Ελληνικά

Οι αγγαρεία, απασχόληση, δοσοληψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "urusan" σε Ελληνικά.

urusan
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγαρεία

    noun feminine

    Waktu biasanya habis untuk mengurus berbagai kesibukan yang sudah menjadi tradisi, dan waktu yang seharusnya dikhususkan untuk keluarga dan sahabat pun tersita.

    Οι εορταστικές παραδόσεις μετατρέπονται σε αγγαρεία, ενώ το φορτωμένο πρόγραμμα δεν σε αφήνει να χαρείς τη συντροφιά συγγενών και φίλων.

  • απασχόληση

    noun feminine
  • δοσοληψία

    noun feminine

    Murid-murid dibesarkan dalam agama Yahudi dan lingkungan yang menekankan kedudukan dan pangkat dalam semua urusan.

    Η Ιουδαϊκή θρησκεία, με την οποία μεγάλωσαν οι μαθητές, τόνιζε σε κάθε δοσοληψία το ζήτημα της θέσης και της τάξης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δουλειά
    • επάγγελμα
    • εργασία
    • θέμα
    • μονάδα
    • ραντεβού
    • συναλλαγή
    • υπόθεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " urusan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "urusan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διοικώ · δοσοληψία · επιβλέπω · συναλλαγή
  • ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · δίνω · διαχειρίζομαι · διενεργώ · διεξάγω · διευθύνω · επιβλέπω · κανονίζω · καταφέρνω · κατορθώνω · κρατάω · κρατώ · παρέχω · προσχεδιάζω · ρυθμίζω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · χειρίζομαι · χορηγώ
  • διαχειριστής · διευθυντής · διοικητής · επιτηρητής · μάνατζερ
  • αδυνατίζω · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · διευθύνω · είμαι επικεφαλής · επιβλέπω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω
  • καταστατικός δημόσιος φορέας
  • διαχείριση · διεύθυνση · διοίκηση · ετοιμασία · οργάνωση · προετοιμασία · προπαρασκευή · σχεδιασμός · φαρμακευτικό μείγμα
  • γειτονεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "urusan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη