Μετάφραση του "laun" σε Ελληνικά

Οι μισθός, μεροκάματο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laun" σε Ελληνικά.

laun noun feminine neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Ισλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισθός

    noun masculine

    Hann og vinnuveitandi hans, sem var líka vottur, voru ekki sömu skoðunar um laun sem hann átti inni.

    Διαφωνούσε με τον Χριστιανό εργοδότη του για τους μισθούς που του οφείλονταν.

  • μεροκάματο

    noun neuter

    Húsbóndinn semur um laun aðeins við þá verkamenn sem vinna heilan vinnudag.

    Η συμφωνία για το μεροκάματο γίνεται μόνο με τους εργάτες που δουλεύουν όλη τη μέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "laun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη