Μετάφραση του "laus" σε Ελληνικά

Οι ελεύθερος, άγαμος, διαθέσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laus" σε Ελληνικά.

laus adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ισλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    Látinn laus í mars á ūví Herrans ári 2000.

    Αφέθηκε ελεύθερος τον Μάρτιο το σωτήριο έτος 2000.

  • άγαμος

    noun masculine
  • διαθέσιμος

    adjective feminine

    Hann er laus allan daginn á morgun.

    Θα είναι διαθέσιμος όλη μέρα αύριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "laus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη