Μετάφραση του "Saccheggio" σε Ελληνικά

Οι Λάφυρο, λεηλασία, πλιάτσικο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Saccheggio" σε Ελληνικά.

Saccheggio
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λάφυρο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Saccheggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

saccheggio noun verb masculine γραμματική

Appropriazione violenta effettuata da soldati in territorio nemico dopo la vittoria.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεηλασία

    noun feminine

    Se i ribelli prendono la citta', anche loro saranno delle vittime. Di omicidio, di stupro e di saccheggio.

    Εάν οι στασιαστές πάρουν την πόλη, τότε θα είναι και αυτοί θύματα δολοφονίας, βιασμού και λεηλασίας.

  • πλιάτσικο

    noun neuter

    No, non puoi saccheggiare finché la folla non inizia a impazzire.

    Δε κάνεις πλιάτσικο χωρίς να αφηνιάσει το πλήθος.

  • λεία

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λάφυρο
    • λαφυραγώγηση
    • κλοπιμαία
    • διαγούμισμα
    • κούρσεμα

Φράσεις παρόμοιες με "Saccheggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απογυμνώνω · διαγουμίζω · καταληστεύω · κλέβω · κουρσεύω · λαφυραγωγώ · λεηλατώ · ληστεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Saccheggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη