Μετάφραση του "sacchetto" σε Ελληνικά

Οι τσάντα, σακούλα, τσουβαλιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sacchetto" σε Ελληνικά.

sacchetto noun masculine γραμματική

Contenitore flessibile fatto di stoffa, carta, plastica, pelle, ecc., che serve a contenere o trasportare delle cose.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσάντα

    noun

    Se lo metti in un sacchetto di riso crudo, si asciugherà.

    Αν το βάλεις μέσα σε μία τσάντα με ρύζι, θα το στεγνώσει.

  • σακούλα

    noun feminine

    Nel frigo ho trovato solo una colomba morta in un sacchetto.

    Στο ψυγείο βρήκα μόνο μια σακούλα μ'ένα ψόφιο περιστέρι.

  • τσουβαλιά

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sacchetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sacchetto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sacchetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη