Μετάφραση του "WC" σε Ελληνικά

Οι τουαλέτα, αποχωρητήριο, λεκάνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "WC" σε Ελληνικά.

WC

Stanza equipaggiata con un water per urinare e defecare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Stanza equipaggiata con un water per urinare e defecare.

    L'aereo deve essere fornito di cabina pressurizzata e di WC.

    Το αεροσκάφος πρέπει να διαθέτει καμπίνα με ελεγχόμενη πίεση και τουαλέτα.

  • αποχωρητήριο

    noun neuter
  • λεκάνη

    noun feminine

    Sinceramente, non vedevo un bel futuro per quella bomba a orologeria, che ho visto discutere col WC al centro disintossicazione.

    Ειλικρινά, δεν έβλεπα μέλλον γι'αυτόν που έβλεπα να τσακώνεται με την λεκάνη σ'εκείνο το μπαρ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόπατος
    • λουτρό
    • μέρος
    • μπάνιο
    • αφοδευτήριο
    • βεσέ
    • καμπινές
    • λεκάνη τουαλέτας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " WC " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

wc
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Chiudermi dentro il wc chimico di quel cantiere e'stato un gesto disperato, non l'avrei mai fatto.

    Τότε που στριμώχτηκα στην τουαλέτα του εργοταξίου δεν ήταν η πρώτη μου επιλογή.

  • wc

    εντολή των Unix-οειδών λειτουργικών συστημάτων

    Concentrazione di massa del carbonio, wC

    Συγκέντρωση μάζας άνθρακα, wC

Εικόνες με "WC"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "WC" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη