Μετάφραση του "watt" σε Ελληνικά
Οι βατ, βάτ, Βατ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "watt" σε Ελληνικά.
watt
noun
masculine
γραμματική
-
βατ
noun neuterL'esatta quantità in unità esportate, espressa in watt.
Η ακριβής ποσότητα των εξαγόμενων μονάδων σε βατ.
-
βάτ
-
Βατ
unità di misura della potenza
L'esatta quantità in unità esportate, espressa in watt.
Η ακριβής ποσότητα των εξαγόμενων μονάδων σε βατ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " watt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Watt
-
Βατ
Βατ (μονάδα μέτρησης)
Lei ha la AAC ereditaria, non e'vero, signor Watt?
Έχεις κληρονομική ΕΑΑ, έτσι δεν είναι Κε Βατ;
Φράσεις παρόμοιες με "watt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τζέιμς Βαττ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη