Μετάφραση του "abbreviare" σε Ελληνικά
Οι συντομέυω, συντομεύω, κονταίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abbreviare" σε Ελληνικά.
abbreviare
verb
γραμματική
Trasmettere informazioni in un numero inferiore di parole; descrivere brevemente o sommariamente. [..]
-
συντομέυω
Rendere più corto.
-
συντομεύω
verbTuttavia, in casi urgenti e debitamente giustificati, tale periodo può essere abbreviato.
Εντούτοις, το διάστημα αυτό θα πρέπει να μπορεί να συντομεύεται σε επείγουσες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.
-
κονταίνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abbreviare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abbreviare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συντετμημένη
-
σύντομη ιδιότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη