Μετάφραση του "abbronzarsi" σε Ελληνικά

Οι μαύρισμα, μαυρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abbronzarsi" σε Ελληνικά.

abbronzarsi verb γραμματική

Ottenere un'abbronzatura.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαύρισμα

    noun neuter

    Vuoi diventare fottutamente ricco e famoso e aiutare la gente che vuole abbronzarsi?

    Θέλεις να γίνεις γαμημένος πλούσιος και διάσημος βοηθώντας κυριλέδες να έρχονται για μαύρισμα;

  • μαυρίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abbronzarsi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abbronzarsi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη