Μετάφραση του "abbronzatura" σε Ελληνικά

Οι μαύρισμα, το ηλιόκαμα, το μαύρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abbronzatura" σε Ελληνικά.

abbronzatura noun feminine γραμματική

Doratura della pelle prodotta dall'esposizione al sole.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαύρισμα

    noun neuter

    Il segreto di una bella abbronzatura è il controllo.

    Tο μυστικό για ένα καλό μαύρισμα είναι ο έλεγχος.

  • το ηλιόκαμα

  • το μαύρισμα

    Hai perso un po'di abbronzatura, da quando hai lasciato le paludi.

    Φαίνεται έχασες λίγο από το μαύρισμα των Everglades από τότε που ήρθες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abbronzatura " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abbronzatura" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη