Μετάφραση του "abisso" σε Ελληνικά

Οι άβυσσος, χάσμα, βάραθρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abisso" σε Ελληνικά.

abisso noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άβυσσος

    noun feminine

    Tra me e te c'è un abisso, io sono già nel futuro, su Marte!

    Υπάρχει μια άβυσσος μεταξύ μας, είμαι ήδη στο μέλλον, στον'ρη!

  • χάσμα

    noun neuter

    La vita non e'nient'altro che l'eco della gioia che scompare negli abissi della miseria.

    Η ζωή δεν είναι παρά η ηχώ της χαράς που εξαφανίζεται στο μεγάλο χάσμα της δυστυχίας.

  • βάραθρο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χαράδρα
    • γκρεμός
    • χάος
    • ρήγμα
    • τάρταρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abisso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "abisso"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abisso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη