Μετάφραση του "abitacolo" σε Ελληνικά

Οι κόκπιτ, πιλοτήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abitacolo" σε Ελληνικά.

abitacolo noun masculine γραμματική

In un'automobile: la parte riservata alla persona che guida e ai passeggeri.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόκπιτ

    neuter

    Sono 8 anni che rinchiudo il mio corpo da 1.85 in questo minuscolo abitacolo.

    Ένα κορμί 2 μέτρα χωμένο, 8 χρόνια σε ένα μικρούλι κόκπιτ;

  • πιλοτήριο

    noun neuter

    C'è voluta un'ora a Cally per ripulire il suo abitacolo.

    Πήρε στην Κάλι καμιά ώρα να καθαρίσει το πιλοτήριο του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abitacolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "abitacolo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abitacolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη