Μετάφραση του "acida" σε Ελληνικά
Το οξύ είναι η μετάφραση του "acida" σε Ελληνικά.
acida
adjective
verb
γραμματική
-
οξύ
noun neuterIl campione è trattato a caldo con acido cloridrico.
Γίνεται επεξεργασία του δείγματος με υδροχλωρικό οξύ υπό θέρμανση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acida " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "acida" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αζελαϊκό οξύ
-
κηκιδικό οξύ
-
βαλπροϊκό οξύ
-
Μεθανικό οξύ
-
Εξανικό οξύ
-
Φυλλικό οξύ
-
Υδροξυαιθανικό οξύ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη