Μετάφραση του "acustico" σε Ελληνικά
Το ακουστικός είναι η μετάφραση του "acustico" σε Ελληνικά.
acustico
adjective
masculine
γραμματική
-
ακουστικός
adjectiveA causa di quello, e'stata interrotta anzitempo un'esamina acustica del suolo.
Εξαιτίας αυτού του περιστατικού, διακόπηκε ένας ακουστικός έλεγχος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acustico " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "acustico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακουστική μόνωση · ηχομόνωση
-
ηχοπέτασμα
-
ακουστότητα
-
Ακουστικά Κύματα Επιφάνειας
-
ακουστικό φίλτρο
-
Ακουστικός μηχανικός
-
ηχητική (ακουστική) ποιότητα
-
Ηχορρύπανση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη