Μετάφραση του "acustico" σε Ελληνικά

Το ακουστικός είναι η μετάφραση του "acustico" σε Ελληνικά.

acustico adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακουστικός

    adjective

    A causa di quello, e'stata interrotta anzitempo un'esamina acustica del suolo.

    Εξαιτίας αυτού του περιστατικού, διακόπηκε ένας ακουστικός έλεγχος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acustico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acustico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acustico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη