Μετάφραση του "acustica" σε Ελληνικά
Οι ακουστική, ακουστικός, Ακουστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acustica" σε Ελληνικά.
-
ακουστική
noun feminineεπιστημονικός κλάδος
se è acustica, deve essere chiaramente udibile e presentare le identiche condizioni di funzionamento della spia ottica.
αν είναι αποκλειστικά ακουστική, ακούγεται ευκρινώς και εμφανίζει ισοδύναμες συνθήκες λειτουργίας με την οπτική ενδεικτική λυχνία.
-
ακουστικός
adjectiveA causa di quello, e'stata interrotta anzitempo un'esamina acustica del suolo.
Εξαιτίας αυτού του περιστατικού, διακόπηκε ένας ακουστικός έλεγχος.
-
Ακουστική
Studio del suono
frequenza portante acustica situata al di fuori della gamma compresa tra 20 kHz e 60 kHz;
Ακουστική συχνότητα φέρουσας εκτός του φάσματος από 20 kHz έως 60 kHz,
-
ακουστική επιστήμη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acustica " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ακουστική
Acustica — Dichiarazione e verifica dei valori di emissione sonora di macchine ed apparecchiature (ISO 4871:1996)
Ακουστική — Δήλωση και επαλήθευση των τιμών εκπομπής θορύβου από μηχανήματα και συσκευές (ISO 4871:1996)
Φράσεις παρόμοιες με "acustica" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακουστική μόνωση · ηχομόνωση
-
ηχοπέτασμα
-
ακουστότητα
-
Ακουστικά Κύματα Επιφάνειας
-
ακουστικό φίλτρο
-
Ακουστικός μηχανικός
-
ηχητική (ακουστική) ποιότητα
-
Ηχορρύπανση