Μετάφραση του "adiacente" σε Ελληνικά

Το γειτονικός είναι η μετάφραση του "adiacente" σε Ελληνικά.

adiacente adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γειτονικός

    Lo spazio aereo nelle aree adiacenti sarà chiuso.

    Ο γειτονικός εναέριος χώρος θα αποκλειστεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adiacente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adiacente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adiacente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη