Μετάφραση του "adoperare" σε Ελληνικά
Οι χρησιμοποιώ, αξιοποιώ, βάφω με πιστολάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adoperare" σε Ελληνικά.
adoperare
verb
γραμματική
Utilizzare un oggetto, spesso per ottenere un certo risultato.
-
χρησιμοποιώ
verbNel presente parere si adopera una serie di concetti il cui significato viene precisato nei punti che seguono.
Στην παρούσα γνωμοδότηση χρησιμοποιούνται ορισμένοι όροι οι οποίοι περιγράφονται κατωτέρω.
-
αξιοποιώ
verb -
βάφω με πιστολάκι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adoperare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη