Μετάφραση του "aggiunta" σε Ελληνικά
Οι πρόσθεση, προσθήκη, ενσωμάτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggiunta" σε Ελληνικά.
Parte non essenziale che si unisce o annette a qualcosa che esiste già.
-
πρόσθεση
noun feminineaggiunta o eliminazione di un altro Stato membro o paese terzo interessato.
πρόσθεση ή διαγραφή αυτή καθαυτή άλλου κράτους μέλους ή οικείας τρίτης χώρας.
-
προσθήκη
noun feminineNell'impianto di depurazione delle acque, metalli pesanti e solfati vengono precipitati mediante aggiunta di calce.
Τα βαρέα μέταλλα και τα θειικά άλατα κατακρημνίζονται με την προσθήκη ασβέστη στη μονάδα επεξεργασίας ύδατος.
-
ενσωμάτωση
nounGli Stati membri aggiungono inoltre le impronte digitali in formato interoperativo.
Τα κράτη μέλη προβλέπουν επίσης την ενσωμάτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων υπό μορφή που εξασφαλίζει τη διαλειτουργικότητα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εισαγωγή
- εμπλουτισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aggiunta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aggiunta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προσθήκη στη λίστα επαφών
-
Προσθήκη επαφής...
-
εταιρεία μεταπώλησης προστιθέμενης αξίας
-
βάλω καύσιμα στη φωτιά
-
Γρήγορη προσθήκη
-
Προσθήκη ατόμου στην κλήση...
-
προστιθέμενη αξία
-
Προσθήκη