Μετάφραση του "aggravio" σε Ελληνικά

Οι αύξηση, βάρος, στραμπουλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggravio" σε Ελληνικά.

aggravio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξηση

    noun feminine

    Non è necessario alcun aggravio generalizzato delle imposte sulle fonti convenzionali di energia.

    Μια γενική αύξηση των φόρων επί των συμβατικών πηγών ενέργειας δεν είναι απαραίτητη.

  • βάρος

    noun neuter

    È comunque scontato che i notevoli adattamenti strutturali comporteranno enormi aggravi finanziari per gli Stati candidati.

    Όμως, λόγω των σημαντικών διαρθρωτικών προσαρμογών που απαιτούνται, οι υποψήφιες χώρες θα επωμισθούν τεράστιο οικονομικό βάρος.

  • στραμπουλίζω

  • γραφείο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aggravio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aggravio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη