Μετάφραση του "aggredire" σε Ελληνικά

Οι επιτίθεμαι, επίθεση, προσβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggredire" σε Ελληνικά.

aggredire verb γραμματική

Usare la violenza contro qualcuno o qualcosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτίθεμαι

    verb

    Ma non ho idea del parche'abbia aggredito me e Bill.

    Δεν ξέρω γιατί επιτέθηκε σ'εμένα και τον Μπιλ.

  • επίθεση

    noun feminine

    Ammalati gravi vengono rimandati indietro, personale medico aggredito.

    Σοβαρά άρρωστοι ξαναστέλνονται πίσω, με επίθεση στον προσωπικό τους γιατρό.

  • προσβάλλω

    verb

    Tendo a reagire cosi'quando la mia virilita'viene aggredita.

    Το συνηθίζω αυτό όταν προσβάλλεται ο ανδρισμός μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aggredire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aggredire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη