Μετάφραση του "amato" σε Ελληνικά
Οι αγαπημένος, ακριβός, πρόσωπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amato" σε Ελληνικά.
Qualcuno amato da qualcun altro.
-
αγαπημένος
particle masculineIl nostro amato Ottaviano ci ha concesso il suo perdono.
Ο αγαπημένος μας Οκταβιανός μας χάρισε τη συγχώρεσή του.
-
ακριβός
adjective masculineQuesti amano la guerra e questa e'magnifica. Perché e'incerta, fa paura ed e'costosa.
Αυτοί οι τύποι λατρεύουν τον πόλεμο, και αυτός είναι τέλειος, επειδή είναι αόριστος, και είναι τρομακτικός και είναι ακριβός.
-
πρόσωπο
nounSe una persona che ami sa il tuo nome, e'sufficiente.
Αν ένα πρόσωπο που αγαπάς ξέρει ξέρει τ'όνομα σου, είναι αρκετό.
-
ευνοούμενος
masculineCome avrebbe convinto il re che il suo principale consigliere, Aman, era un malvagio cospiratore?
Πώς θα έπειθε το βασιλιά ότι ο ευνοούμενος σύμβουλός του, ο Αμάν, δεν ήταν παρά ένας πονηρός δολοπλόκος;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " amato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Amato" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Amato στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "amato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σ’ αγαπώ · Σ’αγαπώ
-
έρωτας · αγάπη · αγαπάω · αγαπη · αγαπώ · θέλω · λατρεύω · μ'αρέσει · ποθώ · υπολήπτομαι · υπολογίζω
-
αγκίστρι · δέλεαρ · δόλωμα
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ
-
Αμίν Μααλούφ
-
αγαπητικιά · αγαπητικός · εραστής · ερωμένη · ερωμένος · θαυμαστής · λάτρης · οπαδός · πρόσωπο
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ · σ’ αγαπάω · σ’ αγαπώ
-
Αμάρ-Σιν