Μετάφραση του "amo" σε Ελληνικά
Οι αγκίστρι, δέλεαρ, δόλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amo" σε Ελληνικά.
amo
noun
verb
masculine
γραμματική
Uncino metallico usato per pescare.
-
αγκίστρι
noun masculine neuteruncino usato per catturare il pesce
Non ce la possiamo fare senza il mio amo.
Δεν θα τα καταφέρουμε χωρίς το αγκίστρι μου.
-
δέλεαρ
noun -
δόλωμα
noun neuterNon ancora al tuo amo, ma si drizza verso l'esca.
Πριν αγκιστρωθεί ακόμα, αλλά καθώς πλησιάζει το δόλωμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " amo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "amo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σ’ αγαπώ · Σ’αγαπώ
-
έρωτας · αγάπη · αγαπάω · αγαπη · αγαπώ · θέλω · λατρεύω · μ'αρέσει · ποθώ · υπολήπτομαι · υπολογίζω
-
αγαπημένος · ακριβός · ευνοούμενος · πρόσωπο
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ
-
Αμίν Μααλούφ
-
αγαπητικιά · αγαπητικός · εραστής · ερωμένη · ερωμένος · θαυμαστής · λάτρης · οπαδός · πρόσωπο
-
σ' αγαπάω · σ' αγαπώ · σε αγαπώ · σ’ αγαπάω · σ’ αγαπώ
-
Αμάρ-Σιν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη