Μετάφραση του "ammorbidente" σε Ελληνικά
Το μαλακτικό είναι η μετάφραση του "ammorbidente" σε Ελληνικά.
ammorbidente
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
μαλακτικό
noun masculineIl supermercato aveva finito il mio solito ammorbidente.
Είχε τελειώσει το συνηθισμένο μαλακτικό μου στο σούπερ μάρκετ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ammorbidente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ammorbidente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποσκληρυντικό (μαλακτικό) μέσο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη