Μετάφραση του "ammucchiare" σε Ελληνικά

Οι στοιβάζω, συγκεντρώνω, μαζεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ammucchiare" σε Ελληνικά.

ammucchiare verb γραμματική

Radunare, raccogliere in grandi quantità. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοιβάζω

    verb

    Continua ad ammucchiare legno finché la catasta raggiunge il fondo della galleria.

    Καθώς στοιβάζονται ολοένα και πιο πολλά ξύλα, ο σωρός τελικά φτάνει στον πάτο της τρύπας.

  • συγκεντρώνω

    verb

    Il gruppo si presentò pieno di entusiasmo e di energia, e con rapidità estirpò, ammucchiò e bruciò grandi quantità di erbacce e di altri rifiuti.

    Η ενθουσιώδης και δραστήρια ομάδα μας συγκεντρώθηκε στο αγρόκτημα των πουλερικών και με γρήγορο τρόπο ξερίζωσε, συγκέντρωσε και έκαψε μεγάλες ποσότητες από ζιζάνια και μπάζα.

  • μαζεύω

    verb
  • συναθροίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ammucchiare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ammucchiare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη