Μετάφραση του "appello" σε Ελληνικά

Οι έφεση, έκκληση, τραβώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appello" σε Ελληνικά.

appello noun verb masculine γραμματική

Ricorso a una corte superiore per rivedere la decisione di una corte inferiore o un ente amministrativo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έφεση

    noun feminine

    Ricorso a una corte superiore per rivedere la decisione di una corte inferiore o un ente amministrativo.

    Il sig. E ha interposto appello contro quest’ultima decisione dinanzi al giudice del rinvio.

    Ο E άσκησε έφεση κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

  • έκκληση

    noun

    Rivolgo un appello all'India perché metta in atto una riforma della legge sui poteri speciali delle forze armate.

    Απευθύνω έκκληση στην Ινδία να μεταρρυθμίσει το νόμο περί ειδικών εξουσιών των ενόπλων δυνάμεων.

  • τραβώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω έφεση
    • Έφεση
    • ένσταση
    • γοητεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appello " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "appello" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appello" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη