Μετάφραση του "apporto" σε Ελληνικά

Οι συνεισφορά, συμβολή, εφοδιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apporto" σε Ελληνικά.

apporto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφορά

    noun feminine

    L'uomo viene considerato una creatura che danneggia l'ambiente senza apportare alcun beneficio.

    Θεωρείται ότι ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που βλάπτει το περιβάλλον χωρίς καμία ευεργετική συνεισφορά.

  • συμβολή

    noun

    Gli apporti culturali degli immigrati devono essere integrati attraverso tale visione dinamica del nostro sviluppo culturale.

    Η πολιτιστική συμβολή των μεταναστών πρέπει να συνδεθεί με αυτή τη δυναμική οπτική της πολιτιστικής ανάπτυξής μας.

  • εφοδιασμός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apporto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apporto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apporto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη