Μετάφραση του "approntamento" σε Ελληνικά

Οι προετοιμασία, ετοιμασία, προπαρασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "approntamento" σε Ελληνικά.

approntamento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προετοιμασία

    noun

    - approntamento di moduli pedagogici per le azioni di formazione, gli scambi, i tirocini, le conferenze o i seminari organizzati in applicazione del presente programma.

    - την προετοιμασία παιδαγωγικών προγραμμάτων για ενέργειες κατάρτισης, ανταλλαγών και πρακτικών ασκήσεων, διαλέξεων και σεμιναρίων που διοργανώνονται κατ' εφαρμογήν του προγράμματος.

  • ετοιμασία

    noun

    Il tempo minimo fissato per l ' esame non comprende il tempo necessario per il prelievo dei campioni e l ' approntamento dei preparati .

    Ο ελάχιστος χρόνος που καθορίζεται για την εξέταση δεν περιλαμβάνει τον απαραίτητο χρόνο για τη λήψη των δειγμάτων και για την ετοιμασία των παρασκευασμάτων.

  • προπαρασκευή

    noun

    i) Lavori preparatori di approntamento degli strumenti legislativi comunitari nel settore della sanità pubblica;

    i) προπαρασκευή κοινοτικών νομοθετημάτων στον τομέα της δημόσιας υγείας·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " approntamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "approntamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη