Μετάφραση του "appropriazione" σε Ελληνικά

Οι οικειοποίηση, σφετερισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appropriazione" σε Ελληνικά.

appropriazione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικειοποίηση

    noun

    La conseguente mancanza di senso di appropriazione ha inciso negativamente sui risultati a lungo termine dei progetti.

    Η συνακόλουθη μη οικειοποίηση των έργων ακυρώνει τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματά τους.

  • σφετερισμός

    noun

    Possibile appropriazione indebita di fondi per gli aiuti umanitari e di sviluppo dell'Unione

    Πιθανός σφετερισμός των κονδυλίων ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας της Ένωσης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appropriazione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "appropriazione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appropriazione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη