Μετάφραση του "asciutta" σε Ελληνικά

Οι ξηρός, στεγνός, ξηραίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asciutta" σε Ελληνικά.

asciutta adjective γραμματική

(Quasi) libero da liquidi o umidità.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξηρός

    adjective masculine

    (Quasi) libero da liquidi o umidità.

    Tali recipienti sono tenuti in locali freschi e asciutti e al riparo dalla luce.

    Τα δοχεία αυτά παραμένουν σε δροσερούς σκοτεινούς και ξηρούς χώρους.

  • στεγνός

    adjective masculine

    (Quasi) libero da liquidi o umidità.

    Tienila asciutta e pulita cosi'che lo sfogo non si infetti.

    Κράτα τη στεγνή και καθαρή, για να μην μολυνθεί το εξάνθημα.

  • ξηραίνω

    verb

    Determinare la resa di grasso sottraendo la massa del pallone vuoto asciutto dalla massa ottenuta.

    Προσδιορίζεται η απόδοση σε μάζα λίπους με αφαίρεση της μάζας της ξηρανθείσας κενής σφαιρικής φιάλης από τη μάζα που προκύπτει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asciutta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "asciutta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζυμαρικό · πάστα
  • ξερός · ξηρός · στεγνός
  • ξερός · ξηρός · στεγνός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asciutta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη