Μετάφραση του "asciutto" σε Ελληνικά
Οι στεγνός, ξηρός, ξερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asciutto" σε Ελληνικά.
asciutto
adjective
noun
masculine
γραμματική
(Quasi) libero da liquidi o umidità. [..]
-
στεγνός
adjective masculine(Quasi) libero da liquidi o umidità.
Tienila asciutta e pulita cosi'che lo sfogo non si infetti.
Κράτα τη στεγνή και καθαρή, για να μην μολυνθεί το εξάνθημα.
-
ξηρός
adjective masculine(Quasi) libero da liquidi o umidità.
Tali recipienti sono tenuti in locali freschi e asciutti e al riparo dalla luce.
Τα δοχεία αυτά παραμένουν σε δροσερούς σκοτεινούς και ξηρούς χώρους.
-
ξερός
adjectiveE'piuttosto pulita, il terreno a Binsey era troppo asciutto per lasciare tracce.
Ήταν πολύ ξερά, για να μείνουν αποτυπώματα, στο Binsey...
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asciutto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "asciutto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζυμαρικό · πάστα
-
ξηραίνω · ξηρός · στεγνός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη