Μετάφραση του "assassinare" σε Ελληνικά

Οι δολοφονώ, φονεύω, σκοτώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assassinare" σε Ελληνικά.

assassinare verb γραμματική

Mettere fine intenzionalmente alla vita di un politico o un'altra figura pubblica in presenza di altre persone. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δολοφονώ

    verb

    Quella giornalista ha portato alla luce la malvagità e persone malvage l'hanno assassinata.

    Απεκάλυψε την εγκληματικότητα και οι εγκληματίες την δολοφόνησαν.

  • φονεύω

    verb

    Dopo che maiali e galline sono obbligati a delle vite miserabili sui pavimenti di uno stabilimento, vengono anche assassinati!

    Αφού τα γουρούνια και τα κοτόπουλα ζήσουν άθλια στα εργοστάσια μετά φονεύονται.

  • σκοτώνω

    verb

    Stuprare e assassinare donne e bambini innocenti, pazzo pervertito?

    Να βιάζω και να σκοτώνω αθώα γυναικόπαιδα, αρρωστημένο κάθαρμα?

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκτελώ
    • αποτελειώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assassinare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "assassinare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανθρωποκτόνος · ασσασίνος · δολοφόνισσα · δολοφόνος · φονιάς · φόνισσα
  • ανθρωποκτόνος · δολοφόνισσα · δολοφόνισσσα · δολοφόνος · φόνισσα
  • ανθρωποκτόνος · ασσασίνος · δολοφόνισσα · δολοφόνος · φονιάς · φόνισσα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assassinare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη