Μετάφραση του "assalto" σε Ελληνικά

Οι επιδρομή, προσβολή, εισβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assalto" σε Ελληνικά.

assalto noun verb masculine γραμματική

Combattimento ravvicinato durante il culmine di un attacco militare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδρομή

    noun feminine

    Ma un assalto a una prigione militare, senza rinforzi, e'da pazzi.

    Μια επιδρομή όμως σε στρατιωτική φυλακή χωρίς κάλυψη, είναι τρέλα.

  • προσβολή

    noun feminine
  • εισβολή

    noun feminine

    Mi sa che abbiamo un castello da assaltare.

    Νομίζω έχουμε μια εισβολή να πραγματοποιήσουμε.

  • λεηλασία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assalto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "assalto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιτίθεμαι · εφορμώ
  • επιτίθεμαι · εφορμώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assalto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη