Μετάφραση του "assemblaggio" σε Ελληνικά
Οι συναρμολόγηση, κατασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assemblaggio" σε Ελληνικά.
assemblaggio
noun
masculine
γραμματική
Un oggetto costituito da diverse parti.
-
συναρμολόγηση
noun feminineCTH, tranne dalla voce 9033; o assemblaggio di semiconduttori
CTH, εκτός από την κλάση 9033, ή συναρμολόγηση προϊόντων ημιαγωγών
-
κατασκευή
noun feminineil semplice assemblaggio di parti allo scopo di formare un prodotto completo;
η απλή συνένωση μερών για την κατασκευή ενός πλήρους προϊόντος·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assemblaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "assemblaggio"
Φράσεις παρόμοιες με "assemblaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συσκευασία flip chip
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη