Μετάφραση του "assemblea" σε Ελληνικά
Οι συνέλευση, συγκέντρωση, σύναξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assemblea" σε Ελληνικά.
Organo deliberativo di un gruppo organizzato (per es. una società o un ente): l’a. dei soci, l'. delle Nazioni Unite, ecc.
-
συνέλευση
noun feminineSo che i greci sono riuniti in assemblea a Corinto.
Έμαθα ότι οι Έλληνες έχουν συνέλευση στην Κόρινθο.
-
συγκέντρωση
noun feminineBestilo ha bandito tutte le assemblee pubbliche stamattina, si suppone per proteggere la gente.
Ο Bestilo απαγόρευσε κάθε δημόσια συγκέντρωση σήμερα το πρωί, υποτίθεται για να προστατεύσει τους πολίτες.
-
σύναξη
noun feminineIn origine il termine “sinagoga” significava solo “assemblea” o “congregazione”.
Στην αρχή, η λέξη συναγωγή σήμαινε απλώς «σύναξη» ή «εκκλησία».
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνάθροιση
- συνάντηση
- εκκλησίασμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assemblea " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "assemblea"
Φράσεις παρόμοιες με "assemblea" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συνάξεις του Θεού
-
νομοθετικό σώμα
-
Συνέλευση Ίσης Εκπροσώπησης ΑΚΕ-ΕΚ
-
Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ
-
κοινοβουλευτική συνέλευση
-
γενική συνέλευση του οργανισμού ηνωμένων εθνών