Μετάφραση του "attuare" σε Ελληνικά

Οι πραγματοποιώ, εκτελώ, εκπληρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attuare" σε Ελληνικά.

attuare verb γραμματική

Fare qualcosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματοποιώ

    verb

    Una siffatta ripartizione richiede un notevole sforzo di coordinamento, ben lungi dall'essere attuato.

    Ένας τέτοιος καταμερισμός απαιτεί σημαντική προσπάθεια συντονισμού, η οποία κάθε άλλο παρά έχει πραγματοποιηθεί.

  • εκτελώ

    verb

    I partecipanti attuano l'azione indiretta e adottano tutte le misure necessarie e ragionevoli a tal fine.

    Οι συμμετέχοντες εκτελούν την έμμεση δράση και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα για τον σκοπό αυτό.

  • εκπληρώνω

    verb

    Entrambi i paesi non avevano adempiuto l'obbligo di attuare il regime delle quote lattiere.

    Και οι δύο χώρες δεν είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων γάλακτος.

  • πραγματώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attuare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attuare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη