Μετάφραση του "aumento" σε Ελληνικά
Οι αύξηση, άνοδος, ανάπτυξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aumento" σε Ελληνικά.
Un aumento nella paga o negli stipendi essendo parte di un'azienda o nel commercio per un determinato periodo di tempo o per buon lavoro specifico. [..]
-
αύξηση
noun feminineGli esborsi sono aumentati in tutti i settori.
Η αύξηση της εκτέλεσης αφορά όλους τους τομείς.
-
άνοδος
nounL'aumento simultaneo dell'indice dell'inflazione di base suggerisce che sono aumentate anche le pressioni inflazionistiche sottostanti a livello nazionale.
Η ταυτόχρονη άνοδος των δεικτών δομικού πληθωρισμού υποδηλώνει ότι αυξήθηκαν επίσης οι εγχώριες διαρθρωτικές πληθωριστικές πιέσεις.
-
ανάπτυξη
noun feminineL'audit ha verificato se la Commissione abbia contribuito ad aumentare tale capacità.
Με τον έλεγχο εξετάστηκε κατά πόσο η Επιτροπή συμβάλλει στην ανάπτυξη του δυναμικού αυτού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πλήθυνση
- έξαρση
- μεγάλωμα
- ανάβαση
- άθροιση
- ανοδική κίνηση
- μισθολογική άνοδος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aumento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Aumento (araldica)
"Aumento" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Aumento στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "aumento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αύξηση κόστους
-
πύκνωση της καθίζησης
-
αύξηση (του) κόστους
-
Επαυξημένη πραγματικότητα
-
αβγατίζω · αναρριχώμαι · ανεβαίνω · αυξάνω · αύξηση · υψώνω · φουντώνω
-
αύξηση πληθυσμού
-
αύξηση των τιμών
-
Φωτεινότητα, αύξηση