Μετάφραση του "aura" σε Ελληνικά

Οι αύρα, αεράκι, αύρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aura" σε Ελληνικά.

aura noun feminine γραμματική

Qualità distintiva ma intangibile che pare avvolgere una persona o una cosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύρα

    noun feminine

    Prima appendi la tua aura su uno di quei ganci laggiù.

    Απλώς κρέμασε την αύρα σου σε έναν από τους γάντζους εκεί.

  • αεράκι

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aura " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Aura proper γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύρα

    campo di radiazione luminosa che circonderebbe e animerebbe tutti gli esseri viventi secondo le redenze New Age

    Prima appendi la tua aura su uno di quei ganci laggiù.

    Απλώς κρέμασε την αύρα σου σε έναν από τους γάντζους εκεί.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aura" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη